ρεαλισμός

Στη φιλοσοφία ο όρος σημαίνει την αναγνώριση της ύπαρξης μιας πραγματικότητας έξω από τη σκέψη, ανεξάρτητη από τη νοητική μας δραστηριότητα. Η νόηση γνωρίζει την πραγματικότητα προσαρμοζόμενη σε αυτήν. Η «αλήθεια» είναι η συμφωνία της σκέψης με την προϋποτιθέμενη πραγματικότητα. Αν αυτή η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή ως κόσμος εμπειρικοφυσικός, ο ρ. μπορεί να συμπέσει με τον εμπειρισμό ή καλύτερα με τον υλισμό. Αλλά αυτή η πραγματικότητα μπορεί να μην είναι εμπειρικοφυσική. Είναι η περίπτωση του φιλοσοφικού ρ., που αντιπροσωπεύεται ευρύτατα στη σχολαστική φιλοσοφία και αποδίδει μια αυθύπαρκτη πραγματικότητα στα «γένη», στις γενικές δηλαδή αρχές, αντί να τις θεωρεί αφαιρέσεις της νοητικής μας ενέργειας. Στην τέχνη ή στη λογοτεχνία, ο όρος ρεαλισμός χαρακτηρίζει τις κατευθύνσεις εκείνες που τείνουν να απεικονίσουν την πραγματικότητα όσο το δυνατόν πιο πιστά, χωρίς φανταστικές απομακρύνσεις ή αυθαίρετες εξιδανικεύσεις. Αυτή η «πιστότητα» ή «μίμηση» (κατά την αριστοτελική έννοια) δεν εννοείται ωστόσο γενικά ως απλή παθητική αναπαράσταση, αλλά αντίθετα ως δημιουργική ανασύνθεση των πιο «ουσιαστικών» και σημαντικών στοιχείων της πραγματικότητας. Στην πολιτική, ο όρος σημαίνει μια γραμμή συμπεριφοράς εμπνευσμένη από την προσεκτική εκτίμηση των πραγματικών καταστάσεων και των αληθινών δυνάμεων χωρίς «συναισθηματισμούς» και «ιδεολογικούς» οραματισμούς. Τέχνη.- Στην κριτική και στην ιστορία της τέχνης ρ. ονομάζεται συνήθως ένα ορισμένο καλλιτεχνικό ρεύμα, που διαμορφώθηκε περίπου το 1848 στη Γαλλία από τον ζωγράφο Γκιστάβ Κουρμπέ (πλαισιωμένου –στον τομέα της κριτικής και της λογοτεχνίας– από τον συγγραφέα Σανφλερί και τον ποιητή Μαξ Μπισόν) και πραγματοποίησε στο δεύτερο μισό του αιώνα βαθιά επανάσταση στους εκφραστικούς τρόπους και στις αντιλήψεις για την τέχνη. Αντίθετα από τον ιδεαλισμό των κλασικών και των ρομαντικών, που μόνο στο πλαίσιο του ιστορικού και φιλολογικού θέματος νόμιζαν ότι μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις καλλιτεχνικές τους επιδιώξεις, ο ρ. αντέταξε την αξία της αντικειμενικής πραγματικότητας ως καλλιτεχνικού θέματος ικανού να αντέξει την έλλειψη καλλωπισμού, διόρθωσης και την από πριν επιλογή και υποστήριξε, με μεγάλη εριστική δύναμη, την ανάγκη της παρουσίασης θεμάτων της σύγχρονης ζωής, δίνοντας θέση πρωταγωνιστή μέσα στα έργα τέχνης ακόμα και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και εμφανίζοντας την καθημερινή τους ζωή. Από πλευράς μορφής, το ρεαλιστικό κίνημα απομακρύνθηκε από την ψυχρή τυπικότητα της ακαδημαϊκής σχολής και από την προτίμησή της για το σχέδιο και στράφηκε προς τις φωτοσκιαστικές αντιθέσεις, που προέκυπταν από την άμεση παρατήρηση του «αληθινού», δηλαδή του φυσικού δεδομένου· έτσι το ρεαλιστικό κίνημα εμπνεόταν συχνά από τη διδασκαλία των μεγάλων καλλιτεχνών του 17ου αι. (κυρίως Ολλανδών και Ισπανών) και από τη σειρά των πραγματιστών Γάλλων ζωγράφων που συμπεριλαμβάνει τους Λε Νεν και τον Ζαν-Μπατίστ-Σιμεόν Σαρντέν. Το ενδιαφέρον, έστω και αρνητικό, για το ρεαλιστικό κίνημα οδήγησε στην αναζήτηση των πιο μακρινών προδρόμων του στην ιστορία της τέχνης, γιατί στην πραγματικότητα δεν αποτελεί καινοτομία: μπορεί μάλιστα να ειπωθεί ότι συνειδητά ή ασυνείδητα συνοδεύει μόνιμα την επικράτηση του τρόπου που αισθάνεται και σκέπτεται η αστική τάξη στον μοντέρνο πολιτισμό. Οι δραματικοί σκιοφωτισμοί του Καραβάτζιο, η ρωπογραφία που τον 17o αι. αναπτύσσεται γοργά στη Γαλλία, στην Ιταλία και ιδιαίτερα στην Ολλανδία, το ενδιαφέρον για την τοπιογραφία που δόξασε την ολλανδική σχολή, η προσωπογραφία, η νεκρή φύση, από τον Καραβάτζιο έως τον Φρανθίσκο Θουρμπαράν και τον Σαρντέν, η σειρά των λαϊκών θεμάτων της ισπανικής ζωγραφικής από τον Βελάσκεθ μέχρι τον Μουρίλιο, η ηθογραφία και η γελοιογραφία, που αποκτούν τον 18o αι. στην Αγγλία μεγάλη διάδοση, αποτελούν φαινόμενα κατά κάποιο τρόπο προδρομικά του ρ. Κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να υποστηριχτεί και για το ισχυρό ενδιαφέρον για την πραγματικότητα ενός μεγάλου μέρους της φλαμανδικής ζωγραφικής του 15ου αι., για την εξαιρετικά επιτυχημένη αφηγηματική διάθεση της ιταλικής ζωγραφικής της δεύτερης πεντηκονταετίας του 15ου αι. και των αποκαλούμενων «ζωγράφων της πραγματικότητας» της βόρειας Ιταλίας κατά τον επόμενο αιώνα (Καλγκάριο, Κρέσπι κ.ά.). Αλλά ο καθαυτό ρ. αποτελεί φαινόμενο του 19ου αι. και συνδέεται με μια συγκεκριμένη φιλοσοφική υλιστική τοποθέτηση και με ορισμένες αντίστοιχες πολιτικές και κοινωνικές θέσεις. Με την έννοια αυτή, ο ρ. είναι ένα ρεύμα που διατρέχει όλη τη ζωγραφική του 19ου αι. Ήδη σε ορισμένες μορφές της τέχνης του Ζακ-Λουί Νταβίντ (του αρχηγού του νεοκλασικισμού, εναντίον του οποίου οι ρεαλιστές αντέδρασαν έντονα), όπως στη Δολοφονία του Μαρά, η σύγχρονη κριτική αναγνώρισε ένα σημαντικό στοιχείο του ρ. του 19ου αι., στοιχείο που εξελίσσεται κατά τρόπο φυσικό στις ηθικές και κοινωνικές πεποιθήσεις του Τεοντόρ Ζερικό, πρόδρομου του ρομαντικού κινήματος στη Γαλλία, και αργότερα, από το 1830, στη μεγάλη τέχνη του Ονορέ Ντομιέ, ο οποίος, με τις πολιτικού περιεχόμενου λιθογραφίες του, τη σάτιρα των ηθών και τέλος –περίπου από το 1848– με τη ζωγραφική του, εμπνευσμένη από τη ζωή του λαού, έδωσε μερικές από τις πιο σημαντικές και υψηλές εκφράσεις του ρ. Το πάθος για την τοπιογραφία του Τζον Κόνσταμπλ και του Ζαν-Μπατίστ Κορό, που θα έχει ως κέντρο διάδοσης του στη Γαλλία την ονομαζόμενη «Σχολή του ’30» ή «Σχολή της Μπαρμπιζόν», αντιπροσωπεύει την άλλη όψη του ρ. H μία και η άλλη όψη, η πολιτικο-κοινωνική και η νατουραλιστική, βρίσκονται στενά συνδεμένες στην τέχνη του Κουρμπέ και στη βιβλική και αγροτική τέχνη του Zαν-Φρανσουά Μιλέ (ο οποίος μαζί με τον Ντομιέ και τον Κουρμπέ, αν και ασφαλώς όχι του ίδιου επίπεδου με αυτούς, μπορεί να θεωρηθεί ένας από τους μεγαλύτερους εκπρόσωπους του γαλλικού ρ. του 19ου αι.). Μετά το 1848, χάρη στο νατουραλιστικό πάθος που είχε ευρύτατα διαδοθεί από τον ρομαντισμό, στο δημοκρατικό πάθος που είχε αφυπνιστεί σε πολλές χώρες της Ευρώπης μετά την Επανάσταση, στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών και της φωτογραφίας, ο ρ. γνώρισε γρήγορη και μεγάλη επιτυχία. Σημαντικός σταθμός αυτής της διάδοσης των αρχών του ήταν στη Διεθνή Έκθεση του 1855 στο Παρίσι το «Περίπτερο του Ρεαλισμού» που δημιούργησε ο Κουρμπέ και που σημειώνει την επιτυχία της «Σχολής του ’30» σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης, αλλά και στην Αμερική, όπου ο ρ. διατηρήθηκε μέχρι το 1940. Από το 1863, όταν έγινε η Έκθεση των «Απορριφθέντων», στην οποία έλαβαν μέρος ο Εντουάρ Μανέ, ο Τζέιμς Άμποτ Χουίσλερ, ο Ανρί Φαντέν Λατούρ, η πολιτικοκοινωνική έμπνευση του ρ. ατονεί, για να δώσει τη θέση της σε μια νέα αντίληψη, περισσότερο πεσιμιστική, που ο Καστανιαρί και αργότερα ο Ζολά χαρακτήρισαν με τον όρο «νατουραλισμός», ο οποίος αποτέλεσε και το υπόβαθρο της εμπρεσιονιστικής ζωγραφικής. Ο ανθρωπιστικός και κοινωνικός χαρακτήρας του ρ., όπως τον είχαν αντιληφθεί ο Κουρμπέ και ο Μιλέ, συνεχιζόταν ωστόσο, αν και συχνά από δευτερεύοντες καλλιτέχνες, στη Γαλλία και σε όλη την Ευρώπη (π.χ. με τους Γάλλους Μπαστιέν-Λεπάζ και Ζιλ Μπρετόν, τον Βέλγο Κονσταντέν Μενιέ, τους Γερμανούς Άντολφ Μέντσελ, Βίλχελμ Λάιμπλ και Χανς Τόμα, τον Ρώσο Ιλία Ρεπίν, τον Ούγγρο Μίχαλι Λίμπε, επονομαζόμενο Μουκάκσι, που ήταν ίσως ο κυριότερος οπαδός του Κουρμπέ, τους Ιταλούς Τζοβάνι Σεγκαντίνι και Τζουζέπε Πελίτσα ντα Βολπέντο κ.ά.). Στον αιώνα μας εντάσσονται συνήθως στο ρ. μερικά κινήματα με πολιτικο-κοινωνικό περιεχόμενο, που απορρέουν από τον εξπρεσιονισμό, ιδιαίτερα τον γερμανικό (Γκέοργκ Γκροτς, Κάτε Κόλβιτς, Ότο Ντιξ) και από τη λαϊκή λιθογραφία (π.χ. οι Μεξικανοί Ντιέγκο Ριβέρα, Χοσέ Κλεμέντε Ορόθκο και Νταβίντ Αλφάρο Σικέιρος, κληρονόμοι της τέχνης του Χοσέ Γκουανταλούπε Ποσάδα, και ο Αμερικανός Μπεν Σαν). Λογοτεχνία. Με πιο εξειδικευμένη έννοια, ο όρος ρεαλισμός χαρακτηρίζει κινήσεις, τάσεις, προσανατολισμούς που τοποθετούνται σε καθορισμένες περιόδους της ιστορίας της λογοτεχνίας. Ολόκληρο το σύγχρονο μυθιστόρημα π.χ., από τις αρχές του, έχει την τάση να δίνεται σε ρεαλιστικές μορφές. Στις νουβέλες της τελευταίας περιόδου του Μεσαίωνα και στο Βοκάκιο προβάλλεται ήδη από το αντικειμενικό αίτημα. Το ισπανικό πικαρεσκικό* μυθιστόρημα συνεχίζει το ρ. και τον διαδίδει σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στον 17ο και 18o αι., στην αγγλική και στη γαλλική λογοτεχνία παρουσιάζεται μια διαλεκτική αντίθεση, που έχει ως ακραία ορόσημα το αισθηματικό μυθιστόρημα (Ρίτσαρντσον, Πρεβό, Ρουσό) και το ρεαλιστικό (Ντεφόε, Φίλντινγκ, Λακλό). Η διαχωριστική γραμμή όμως είναι ακαθόριστη: ο ρ. υπάρχει στην «αισθηματική πεζογραφία, συχνά με ψυχολογικές παραλλαγές (Μαντάμ ντε λα Φαγιέτ), καθώς επίσης μια ρεαλιστική διάθεση παρατηρείται στο «φιλοσοφικό» μυθιστόρημα ή διήγημα, το οποίο όμως περιέχει παράλληλα και στοιχεία παραμυθιού ή «γκροτέσκ» (αλλόκοτα και τερατώδη), όπως το καλλιέργησε ο Βολτέρος, ή επιδιώκει να δημιουργήσει ακραίες καταστάσεις ελέγχου στο μυθιστόρημα-διαλογική συζήτηση (Ο ανιψιός του Ραμό του Ντιντερό). στον 18o αι. κυριαρχεί η προτίμηση προς την αφηγηματική μαρτυρία (ντοκουμέντο): συλλογές επιστολών, απομνημονεύματα, βιογραφίες, «χαρακτήρες» σημειώνουν επιτυχία, καμιά φορά πιο σίγουρη από αυτήν που έχουν τα λογοτεχνικά έργα, και ασκούν επίδραση πάνω σ’ αυτά τα τελευταία. Εξάλλου, ο νατουραλισμός της ίδιας περιόδου, που είναι προάγγελος του ρομαντισμού, καλλιεργεί και διαδίδει την τάση προς τη «φυσική ομορφιά» που έρχεται σε αντίθεση με τις παλιές απόψεις του κλασικισμού για τη μίμηση. Στο «ιστορικό» μυθιστόρημα του Γουόλτερ Σκοτ συχνά αντικρύζουμε μια ολοκληρωμένη ρεαλιστική ατμόσφαιρα. Ο όρος ρεαλισμός εμφανίζεται όμως για πρώτη φορά στη γαλλική λογοτεχνία γύρω στα 1825. Παράλληλα αναπτύσσεται ο μυθιστορηματικός κύκλος του Μπαλζάκ Η ανθρώπινη κωμωδία, εμπνευσμένος από την κοινωνική πραγματικότητα που προέκυψε από τη Γαλλική Επανάσταση και από την Πρώτη Αυτοκρατορία. Ο Μπαλζάκ καταπιάστηκε στα σοβαρά να γράψει την «ιστορία των ηθών της εποχής του», ανυψώνοντας το μυθιστόρημα «στο επίπεδο φιλοσοφικής αξίας της ιστορίας». Αντί να αφεθεί στη φαντασία ή στην εφευρετικότητά του, σύμφωνα με τις παραδοσιακές αντιλήψεις του μυθιστορηματικού «πλάσματος», ο συγγραφέας θέλει να είναι ο «γραμματέας» της ιστορικής αλήθειας. Η πρώτη όμως πραγματική θεωρητική διατύπωση του ρ. ανάγεται στον Σανφλερί, ο οποίος, κατακρίνοντας σκληρά τον ειδυλλιακό και παιδαριώδη ρομαντισμό πολλών λογοτεχνικών έργων που είχαν εμφανιστεί γύρω στα 1840, αντιπαραθέτει σε όλα με επιθετικό πνεύμα το μάθημα που προσφέρει ο Μπαλζάκ. Ανατρέπει την αξία του χαρακτηρισμού του ρ. που πολλοί, με υποτιμητική έννοια, έδιναν στη ζωγραφική του Κουρμπέ. Έτσι οι θεωρίες του Κουρμπέ σχετικά με τη ζωγραφική μεταφέρονται στη λογοτεχνία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη διαμόρφωση αυτών των θεωριών και στη διάδοση του πεζογραφικού ρ. συμβάλλουν η επιστημονική πρόοδος, ο φιλοσοφικός θετικισμός (Κοντ), που υπήρξε άμεση συνέπειά της, μια στροφή προς τις λαϊκές ρίζες, η κριτική της μεταφυσικής (Φόιερμπαχ) και άλλα πολιτιστικά φαινόμενα που διακρίνουν την εποχή αυτή. Οπωσδήποτε, και χωρίς να σταθεί κανείς στα εσωτερικά στοιχεία της ποιητικής του, το έργο του Μπαλζάκ γίνεται, τον 19o αι. και αργότερα, η λυδία λίθος κάθε λογοτεχνικού ρ., χάρη στο γεγονός ότι στέκεται σε απόσταση από ένα σύνολο τάσεων που, εμφανιζόμενες σε μικρό χρονικό διάστημα η μια από την άλλη, στηρίζονται ωστόσο σε αντίθετες συχνά αξίες (η τέχνη για την τέχνη, οι απόψεις του Μποντλέρ για την τέχνη, η σχολή της παρακμής, ο συμβολισμός κλπ.). Έτσι Η ανθρώπινη κωμωδία θεωρείται από τον Ένγκελς, έναν από τους δυο ιδρυτές του μαρξισμού, ένα αριστούργημα όπου ο ρ. εκδηλώνεται σε πείσμα των ιδεών του συγγραφέα: αν και νομιμόφρων απέναντι στην επικρατούσα κατάσταση, ο Μπαλζάκ αντικειμενικά ξεπέρασε τις ίδιες του τις πεποιθήσεις στον τρόπο με τον οποίο απεικόνισε πιστότητα την κοινωνία. Κατά τον Ένγκελς, ο ρ. είναι επομένως, «η πιστή αναπαράσταση τυπικών χαρακτήρων σε τυπικές περιστάσεις». To 19o αι., μορφές ρ. εμφανίζονται σε όλη την Ευρώπη· διαφέρουν όμως από χώρα σε χώρα και από συγγραφέα σε συγγραφέα. Στη Γαλλία, παράλληλα με τον Μπαλζάκ, παρουσιάζεται ο μυθιστορηματικός ρ. του Σταντάλ. Οι Θάκερεϊ, Ντίκενς, Τζορτζ Έλιοτ, Άρνολντ Μπένετ, Μέρεντιθ, Στίβενσον, Χάρντι κλπ. αντιπροσωπεύουν τις αγγλικές παραλλαγές του ρ. στις οποίες έρχονται να προστεθούν οι αμερικανικές: Μέλβιλ, Χώθορν και, με νατουραλιστικές ήδη αποχρώσεις, Θόροου, Γουίτμαν, Μαρκ Τουέν κ.ά. Οι Γκότχελφ, Κέλερ, Φοντάνε είναι από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του γερμανικού ρ.· πρέπει εδώ να αναφερθούν οι μορφές του «ποιητικού ρ.», που συναντούμε στα λυρικά έργα του Μέρικε και άλλων ποιητών. Ο αφηγηματικός ρ. όμως φτάνει στο αποκορύφωμα του στη Ρωσία, στο έργο του Τολστόι. Ολόκληρος ο ρωσικός 19ος αι. δεν είναι, κατά βάθος, παρά ο θρίαμβος ενός ρ. που σε πολλές περιπτώσεις εκπροσωπεί, αναμισβήτητα, την αυθεντική εξέλιξη του ρ. με κοινωνικό περιεχόμενο που ξεκίνησε από τη Γαλλία: εκπρόσωποι του είναι οι Γκόγκολ, Τουργκένιεφ, Γκοντσάροφ, Ντοστογέφσκι, Τσερνισέφκσι, Τσέχοφ, Γκόρκι. Κατά τα μέσα του ίδιου αιώνα, ο ρ. υφίσταται πρώτα στη Γαλλία και στη συνέχεια, από αντανάκλαση, σε ολόκληρο τον κόσμο, μια εξέλιξη προς τον νατουραλισμό*. Πρωταγωνιστές αυτής της εξέλιξης ήταν πρώτα ο Φλομπέρ και οι αδελφοί Γκονκούρ και έπειτα ο Ζολά και ο Μοπασάν. Σε αυτήν την περίπτωση ο ρ. ενισχύει τις σχέσεις του με τις φυσικές επιστήμες, αρχίζοντας από τη μεθοδολογική «απάθεια» του Φλομπέρ (που όμως δεν αποκλείει την κυριαρχούσα θέση του «ωραίου», σύμφωνα με το αξίωμα «το ωραίο πριν απ’ όλα») και φτάνοντας έως τον «πειραματιστικό» μυθιστορηματικό τύπο του Ζολά, που σημαίνει μεταμόρφωση του μυθιστορήματος σε ένα «πείραμα», το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχέσης αιτίου και αιτιατού επιστημονικής υφής (π.χ. η θεωρία της κληρονομικότητας, για την ερμηνεία των κοινωνικών γεγονότων ή των ηρώων του έργου). Ύστερα από τις κριτικές θέσεις του Φραντσέσκο ντε Σάνκτις, που έχουν φανερή τη ρεαλιστική σφραγίδα και στηρίζεται στο ρ. του Μαντσόνι ως αρμονία του ιδεώδους με το πραγματικό, ο βερισμός* αποτελεί την πρώτη ενσυνείδητη στιγμή του ιταλικού ρ., κυρίως στο έργο του Βέργκα και στις θεωρίες του Καπουάνα. Παρά την κρίση των ρεαλιστικών μορφών, που είχε άλλωστε προαναγγείλει ο ίδιος ο Μπαλζάκ, και παρά τις δυσκολίες που δημιουργήθηκαν με τη διάδοση της τεχνικής της πρωτοπορίας, ακόμα και στον 20ό αι. ο ρ. έχει βρει πολλές πρωτότυπες ερμηνείες. Μεταξύ αυτών πρέπει να αναφερθεί ο κριτικός ρ., με βάση τη διαυγή αυτογνωσία της αστικής κρίσης, που βρίσκει τον σημαντικότερο εκπρόσωπο του στη μορφή του Τόμας Μαν. Ύστερα από μια επικράτηση σε ευρεία κλίμακα των τάσεων της πρωτοπορίας –εξπρεσιονισμός, ντανταϊσμός, υπερρεαλισμός– παρατηρείται μια επιστροφή των ρεαλιστικών μορφών στο γαλλικό μυθιστόρημα μεταξύ του 1930 και του 1940 με συγγραφείς που τοποθετούν την ανθρώπινη υπόσταση στο κέντρο των ενδιαφερόντων τους (Μαλρό, Σαρτρ, Καμί). Στη Ρωσία, μετά το 1917, επικρατεί ο σοσιαλιστικός ρ., τον οποίο διατύπωσε θεωρητικά ο Γκόρκι ως τέχνη βασισμένη στο ενεργητικό στοιχείο (σοσιαλιστικό) των μετεπαναστατικών μεταβολών που υπέστη η κοινωνική πραγματικότητα. Παρά την εμφάνιση ορισμένων πειστικών εκπροσώπων του είδους (Σόλοχοφ, Φαντέγεφ, Μπάμπελ, Μπουλγκάκοφ, Αλεξέι Τολστόι), η έλλειψη ελεύθερης διαλεκτικής και οι συχνές πολιτικές επεμβάσεις (Στάλιν, Ζντάνοφ) για πολύ καιρό εμπόδισαν την ανάπτυξη μιας αυθεντικής ερμηνείας της σοβιετικής πραγματικότητας. Η τελευταία αυτή βρήκε πιο πρόσφατα την έκφραση της σε μορφές περισσότερο ή λιγότερο κριτικού ρ. (Πάστερνακ, Σολτζενίτσιν). Στη γραμμή του ρ. αναπτύχθηκαν επίσης οι θεωρίες για τη λογοτεχνία και, ειδικότερα, για το μυθιστόρημα –που θεωρείται (κατά τις θέσεις του Χέγκελ) ως εποποιία της αστικής τάξης– θεωρίες που διατύπωσε βασικά ο Ούγγρος μαρξιστής κριτικός Λούκατς. Απορρίπτοντας τις ακραίες θέσεις του νατουραλισμού, ο Λούκατς τείνει να βρει στον τρόπο που παρουσιάζει τα πράγματα ο Μπαλζάκ και στα μαθήματα του Τολστόι και των Ρώσων μυθιστοριογράφων τις προϋποθέσεις για ένα σοσιαλιστικό ρ., που να ανταποκρίνεται στο σημερινό αίσθημα της ιστορίας σε κριτικοεπική βάση. Στην ελληνική λογοτεχνία μόνο σποραδικές εκδηλώσεις ρ. παρατηρούνται και αυτές καθυστερημένες. Η παλαιότερη περίπτωση του Καρκαβίτσα* (Ζητιάνος) υπόκειται μάλλον στην επίδραση του νατουραλισμού. Στα νεότερα χρόνια εμφανίζεται η αξιόλογη κοινωνική πεζογραφία του Ξενόπουλου και του Βουτυρά (επηρεασμένου μέχρι ένα σημείο από τη ρωσική πεζογραφία) ή των εκπροσώπων μιας περισσότερο «στρατευμένης» από κοινωνική άποψη πεζογραφίας (Κ. Θεοτόκης*, Κ. Παρορίτης, Ν. Κατηφόρης κ.ά.), ενώ και ο Μ. Καραγάτσης θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ως εκπρόσωπος ενός ιδιότυπου ρεαλισμού. Ο ρεαλισμός του 19ου αιώνα έδωσε έκφραση στην αιώνια ανθρώπινη ψυχή με το ενδιάμεσο υποδειγμάτων ηρώων, τοποθετημένων σε συγκεκριμένο ιστορικό-κοινωνικό περιβάλλον: ο μπάρμπα-Γκοριό, από τις μεγαλύτερες δημιουργίεςτου Μπαλζάκ, όπως τον είδε ο Ονόρε Ντομιέ. Ο πρίγκιπας Αντρέι του Σέρωφ, για το «Πόλεμος και ειρήνη» του Τολστόι. Ο πλοίαρχος Άχαμπ, του Μηντ Σαίηφερ για το «Μόμπυ - Ντικ» του Μέλβιλ. Ρεαλισμός. Μίχαλι Μουκάκσι: «Μητέρα με παιδιά», σπουδή για τον πίνακα «Το ενεχυροδανειστήριο» (Βουδαπέστη, Μουσείο Καλών Τεχνών). Ουίνσλοου Χόμερ: «Το ρεύμα του Κόλπου» (Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο). Ο Ουίνσλοου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους του ρεαλισμού του 19ου αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Γκιστάβ Κουρμπέ: «Τρικυμία» (1870). Ο Κουρμπέ υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος στη μεγάλη μάχη του ρεαλισμού στη ζωγραφική (Μουσείο Λούβρου, Παρίσι).
* * *
ο Ν
1. (καλ. τέχν. -λογοτ.) η ακριβής, λεπτομερής, πραγματική και μη εξωραϊσμένη αναπαράσταση τής φύσης, τής ζωής και τής κοινωνίας, χωρίς εξιδανίκευση ή ωραιοποίησή της
2. (φιλοσ.) η αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα αντικείμενα τής κατ' αίσθηση αντίληψης ή τής γνώσης, γενικά, είναι πραγματικά, έχουν αυτόνομη και ανεξάρτητη ύπαρξη από το υποκείμενο ή τον νου που τα νοεί
3. τρόπος σκέψης ή ενέργειας που δεν βασίζεται στο συναίσθημα ή σε άλλους παράγοντες, αλλά μόνο στην πραγματικότητα, στα πραγματικά δεδομένα
4. φρ. «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» — λογοτεχνική τεχνοτροπία που διαμορφώθηκε στη Σοβιετική Ένωση μετά το 1932 με βάση τις δημιουργίες τού Μαξίμ Γκόρκι και τα θεωρητικά έργα τού Μαρξ, Ένγκελς, Πλεχάνοφ και Λένιν.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. realism < υστερολατ. realis «πραγματικός» (< λατ. res «πράγμα») + κατάλ. -ism (βλ. -ισμός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρεαλισμός — [рэализмос] ουσ. а. реализм …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ρεαλισμός — ο (λ. λατιν.), στη φιλοσοφία σημαίνει πραγματοκρατία (βλ. λ.), στην αισθητική σημαίνει πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σοσιαλιστικός ρεαλισμός — Βλ. λ. ρεαλισμός …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • νατουραλισμός — Λογοτεχνικό κίνημα με πανευρωπαϊκή και παγκόσμια απήχηση, που ξεκίνησε από τη Γαλλία, όπου είχε και τους σημαντικότερους εκπροσώπους του. Χρονολογικά συμπίπτει (στη Γαλλία) με την πρώτη εικοσαετία της Τρίτης Δημοκρατίας, που εγκαθιδρύθηκε το 1871 …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Γιουγκοσλαβία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Παλαιότερη ονομασία: Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Έκταση: 102.173 τ.χλμ Πληθυσμός: 10.656.929 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Βελιγράδι (1.280.600 κάτ. το 2002)Κράτος …   Dictionary of Greek

  • Εσθονία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Εσθονίας Παλαιότερη ονομασία: Εσθονική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία (1947 90) Έκταση: 45.227 τ. χλμ Πληθυσμός: 1.415.681 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Ταλίν (404.000 κάτ. το 2000)Κράτος της βόρειας Ευρώπης, στη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.